Αναζήτηση

Πάρος - Δεσποτικό


Η Πάρος βρίσκεται στο κέντρο των Κυκλάδων σε μια καίρια θέση των θαλάσσιων διαδρομών που ενώνουν τις Κυκλάδες με την Κρήτη, το Ανατολικό Αιγαίο και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Ανήκει στο σύμπλεγμα των νησιών που περιλαμβάνει την Αντίπαρο, τα μικρά ακατοίκητα νησιά Δεσποτικό, Στρογγυλό και άλλες μικρότερες βραχονησίδες με ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Η πρώτη κατοίκηση  ανάγεται στο τέλος της Νεολιθικής Εποχής, όπως μαρτυρά ο οικισμός στο μικρό νησάκι Σάλιαγκος, μεταξύ Πάρου και Αντιπάρου. Ο οικισμός  έδωσε πληθώρα ευρημάτων. Στην 3η χιλιετία π.Χ ιδρύονται πολλοί οικισμοί, η ύπαρξη των οποίων πιστοποιείται κυρίως από την ανακάλυψη ΠΚ νεκροταφείων σε διάφορες θέσεις. Λείψανα οικισμού της ίδιας περιόδου ανακάλυψε ο γερμανός αρχαιολόγος Otto Rubenshοn το 1917 και στην Παροικιά, στην περιοχή του Κάστρου. Κατά την Μυκηναϊκή περίοδο 12ος αιώνας π.Χ. ακμάζει  ο οικισμός στην κορυφή του βραχώδους υψώματος των Κουκουναριών, κοντά στον όρμο της Νάουσας. Η αρχαϊκή περίοδος (7ος - 6ος αι. π.Χ.) χαρακτηρίζεται από τήν οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Σε αυτή συντελεί και η ίδρυση αποικιών στη Θάσο, στην Προποντίδα και στις ακτές της Αδριατικής.

Σημαντική πηγή πλούτου για την Πάρο ήταν τα αρχαία λατομεία  απ’ όπου εξορυσσόταν το περίφημο παριανό μάρμαρο γνωστό ως λυχνίτης. Η εξαιρετική ποιότητα και η διαφάνεια του το έκαναν περιζήτητο για την κατασκευή γλυπτών άλλα και ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή   ναών στα μεγάλα ιερά της  Ελλάδας. Τα αρχαία λατομεία μαρμάρου βρίσκονται στη θέση Μαράθι. Σώζονται τρεις είσοδοι των αρχαίων στοών. O υπόγειος χώρος του λατομείου έχει μήκος 190 μ. και μεγάλο βάθος. Στην είσοδο της νότιας στοάς υπάρχει ανάγλυφο αφιερωμένο στις Νύμφες, με παραστάσεις των θεών του Oλύμπου και την επιγραφή «Νύμφαις ’Αδάμας εποίησε» του 350 π.Χ.

Το μάρμαρο ήταν η αιτία δημιουργίας μιας εξέχουσας σχολής γλυπτικής με πανελλήνια ακτινοβολία  όπως μας δείχνει το  πλήθος των γλυπτών σε ελληνικά μουσεία αλλά και σε αυτά του εξωτερικού. Τα παριανά εργαστήρια ήσαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της αρχαϊκής νησιώτικης πλαστικής. Στην αρχαϊκή περίοδο εξέχοντα παραδείγματα αποτελούν οι παριανοί κούροι και κόρες, ενώ την εποχή του αυστηρού ρυθμού (490-470 π.Χ.)  ξεχωρίζει μία σειρά επιτυμβίων στηλών, όπως η στήλη Gustiniani στο Βερολίνο η στήλη από τη Νέα Καλλικράτεια στο Μουσείο Θεσσαλονίκης, η κόρη με τα περιστέρια στο Mητροπολιτικό μουσείο της Νέας Υόρκης και πολλές άλλες.

Αρκετά είναι τα ονόματα των παριανών γλυπτών που μας παραδόθηκαν, όπως  ο Κλένης, ο Πλάτθις, ο Κριτωνίδης, ο Εύφρων, ο Θρασυμήδης. Τον 6ο αι. π.Χ. διάσημος παριανός γλύπτης ήταν ο Αριστίωνας  που δούλεψε στην Αττική και δέχτηκε τις επιδράσεις των αττικών εργαστηρίων γλυπτικής. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., την εποχή της κατασκευής των μνημείων της Ακρόπολης, εργάστηκε στην Ακρόπολη ο παριανός Αγοράκριτος, μαθητής του Φειδία, στον οποίο αποδίδεται η διακόσμηση του ναού της Αθηνάς Νίκης. Τον 4ο αι. π.Χ. ο περίφημος παριανός γλύπτης Σκόπας εργάστηκε στην Τεγέα αλλά και στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού.

Η σύγχρονη πόλη-η Παροικιά-είναι κτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας.   Σημαντικές ήταν οι ανασκαφικές έρευνες του Χ. Τσούντα, του Νίκου και της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, του Α. Ορλάνδου, του Γερμανού G. Gruben και πολλών άλλων.

Τα τελευταία 25 χρόνια λόγω της αυξημένης οικοδομικής δραστηριότητας η Αρχ/κή Υπηρεσία πραγματοποίησε ένα πλήθος σωστικών ανασκαφών στο εσωτερικό της Παροικιάς.

Οι ανασκαφές αυτές έδωσαν νέα στοιχεία για την τοπογραφία της αρχαίας πόλης και εμπλούτισαν το ήδη πλούσιο σε γλυπτά αρχαϊκής και κλασικής περιόδου μουσείο του νησιού. Το μουσείο περιλαμβάνει δύο μεγάλες κλειστές πτέρυγες όπου εκτίθενται μοναδικά γλυπτά, όπως η αρχαϊκή Γοργώ, η Νίκη, κούροι, κόρες, αναθηματικά και επιτύμβια ανάγλυφα, ευρήματα από τους προιστορικούς οικισμούς, από τα ιερά και από τα νεκροταφεία. Στη μικρή αίθουσα εκτίθενται κάποια από τα ευρήματα του Δεσποτικού, κυρίως οι κούροι και τα πολυπληθή αντικείμενα από το ναό. Ως εκθεσιακός χώρος χρησιμοποιούνται η στεγασμένη στοά και η αυλή, όπου βρίσκονται το άγαλμα της Δηλίας Άρτεμης, άλογα από αετώματα, επιγραφές, ρωμαϊκά γλυπτά και πολλές τεφροδόχες κάλπιδες. Τα εκθέματα καλύπτουν όλες τις χρονικές περιόδους, από την νεολιθική έως την ρωμαϊκή εποχή.

Η έκταση που καταλάμβανε η αρχαία πόλη ήταν μεγάλη και απλωνόταν γύρω από την περιοχή του Κάστρου, που ήταν το κέντρο της. Με τις πρόσφατες σωστικές έρευνες προσδιορίστηκε η πορεία του τείχους, ο οικιστικός ιστός, η περιοχή των εργαστηρίων, τα ιερά εντός και εκτός άστεως, καθώς και η θέση των νεκροταφείων. Πριν περάσω στην παρουσίαση των θέσεων μέσα στην Παροικιά, εν συντομία σας παρουσιάζω κάποιες από τις πιο σημαντικές θέσεις στη περιφέρεια της πόλης.

Στην θέση «Κριός», απέναντι από το λιμάνι της Παροικιάς, βρίσκονται τα ερείπια μεγάλου αψιδωτού οικοδομήματος της ύστερης αρχαίοτητας. Σώζεται έως το ύψος των 6 μ. και είναι ενσωματωμένο μέσα στον φυσικό βράχο. Η πρόσοψή του έχει καταρρεύσει. Στην ανατολική πλευρά υπάρχει ένα είδος εξέδρας, για την  οποία έχουν χρησιμοποιηθεί εννέα μαρμάρινα έδρανα από το αρχαίο βουλευτήριο της Πάρου, του 4ου αι. π.Χ.

Στη θέση Μαραπάς έχει εντοπισθεί ένας υπαίθριος χώρος λατρείας. Πρόκειται για μικρό πλάτωμα,  πάνω στο οποίο υπάρχουν χαραγμένα σε πυκνή διάταξη ζεύγη πελμάτων, τα αποτυπώματα των ποδιών των προσκυνητών που έρχονταν να προσευχηθούν  και με τον τρόπο αυτό απαθανάτιζαν την επίσκεψή τους.

Σε κορυφή του λόφου  που δεσπόζει στο λιμάνι και βλέπει προς τη Δήλο, βρίσκεται ιερό αφιερωμένο στο Δήλιο Απόλλωνα και την Άρτεμη. Μέσα στο ναό που κτίστηκε τον 5ο αι. π.Χ. δέσποζε το λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμης. Το άγαλμα έχει ύψος 3,10 και χρονολογείται στο 490-480 π.Χ.  Στη θέση «Τρεις Εκκλησιές» υπήρχαν τρεις  εκκλησίες του 17ου αιώνα, κτισμένες επάνω στα ερείπια μεγάλης παλαιοχριστιανικής  βασιλικής, του 6ου αι. μ.Χ., για την ανοικοδόμηση της οποίας είχε χρησιμοποιηθεί αρχαίο  αρχιτεκτονικό υλικό από το μνημείο του μεγάλου λυρικού ποιητή  Αρχίλοχου.  Από το μνημείο αυτό προέρχονται δύο μεγάλα ανάγλυφα, το ένα με σκηνή πάνθηρα που κατασπαράζει ταύρο και το άλλο με σκηνή νεκροδείπνου (ο Αρχίλοχος στην κλίνη, μαζί με τη γυναίκα του και ένα δούλο). Τα ανάγλυφα αυτά βρέθηκαν εντοιχισμένα στην Κατοπολιανή, στην οποία άλλωστε έχουν εντοιχιστεί περισσότερα από 2.500 αρχαία μέλη. Ο βυζαντινός ναός της Παναγίας Καταπολιανής που ιδρύθηκε τον 4ο  αιώνα μ.Χ. είναι θεμελιωμένος σε αρχαίο γυμνασίο με ψηφιδωτό δάπεδο. Τμήμα του ψηφιδωτού αυτού με παραστάσεις των άθλων του Ηρακλή εκτίθεται στο αίθριο του Μουσείου.

Στην θέση Αγία Άννα βρίσκονται τα ιερά του Πυθίου Απόλλωνα και του Ασκληπιού. Από το ιερό του Πυθίου Απόλλωνα  σώζονται μόνο  τα θεμέλια. Το ιερό του Ασκληπιού κτίστηκε τον 4ο αι. π.Χ. κοντά σε μία πηγή, απαραίτητη για τις λατρευτικές τελετουργίες. Αποτελείται από ένα κτίριο με βωμό στο κέντρο, δύο ημικυκλικές εξέδρες και δύο μαρμάρινες δεξαμενές. Από το χώρο αυτό προέρχεται ο κούρος του Μουσείου του Λούβρου και πολλά μαρμάρινα αναθήματα. Το 2000 κατά την διάρκεια εργασιών διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου αποκαλύφθηκε  τμήμα μαρμάρινου κυβόλιθου αρχαϊκής περιόδου με δύο μορφές. Στη κύρια όψη εικονίζεται  καθιστή μορφή που ταυτίζεται με τον Απόλλων, ενώ στην πλάγια όψη η όρθια γυναικεία μορφή που κρατάει τόξο ταυτίζεται με την Άρτεμη.

Η αρχαία πόλη της Πάρου ήδη από την αρχαϊκή εποχή προστατεύθηκε με τείχος , το οποίο εκτεινόταν ανατολικά προς τους λόφους και δυτικά κατέληγε στην θάλασσα. Η Ανατολική πύλη του τείχους ήταν ορατή από παλαιά στη θέση Δύο Πλάκες κατασκευασμένη από δύο υπερμεγέθεις μονολιθικές παραστάδες, ύψους 3 μ. Σε παρακείμενο οικόπεδο ιδιώτη ήρθε στο φως μεγάλο τμήμα του τείχους καθώς επίσης και ορθογώνιος πύργος. Ανάμεσα στην πύλη και τον πύργο αποκαλύφθηκαν πολλά αρχιτεκτονικά μέλη (γείσα κυρίως) που ανήκουν στο ναό του Πυθίου Απόλλωνα, που τον 2ο αι. π.Χ. καταστράφηκε για να ενισχυθεί το τείχος της πόλης. Σε άλλο οικόπεδο ιδιώτη αποκαλύφθηκε η συνέχεια του τείχους και έξω από αυτό διάφορες ταφές των ελληνιστικών χρόνων που έδωσαν ένα πλήθος ευρημάτων.

Τον 19ο αιώνα ήταν ορατά στην προκυμαία του σύγχρονου λιμανιού τα ερείπια του δυτικού τείχους.  Σήμερα δεν είναι πλέον τίποτα ορατό λόγω των προσχώσεων. Μάλιστα, το 2000 αποκαλύφθηκε πλήθος μαρμάρινων αρχαίων μελών, τεφροδόχων αγγείων, όπως και δύο υπερμεγέθη κιονόκρανα, τα οποία πιθανότατα συγκεντρώθηκαν εκεί για την ενίσχυση του τείχους σε μεταγενέστερη εποχή, ενώ τα δύο μεγάλα κιονόκρανα  προορίζονταν για εξαγωγή. Στον ίδιο χώρο μπροστά από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου κατά την διάρκεια εργασιών για το αποχετευτικό σύστημα βρέθηκαν αρχαϊκό άλογο φυσικού μεγέθους από αέτωμα ναού και τμήμα ελληνιστικού συμπλέγματος ταύρου που κατασπαράζεται από λιοντάρι.

Εντός των τειχών και στο κέντρο της αρχαίας πόλης, βρίσκονταν οι σημαντικότεροι ναοί. Μέσα στο μεταγενέστερο ενετικό κάστρο, δέσποζε ο ναός της  Αθηνάς Πολιούχου. Τα 3/4 του  ναού καταποντίστηκαν μαζί με τη δυτική πλευρά του λόφου στη θάλασσα μετά από σεισμό. Σήμερα σώζονται τμηματικά η θεμελίωση του και υπολείμματα της μαρμάρινης ανωδομής του εντοιχισμένα στην  εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Το πλαίσιο της θύρας του ναού είναι εντοιχισμένο στο Κάστρο. Τις ίδιες διαστάσεις έχει και η θύρα του ναού του Απόλλωνα, η λεγόμενη Πορτάρα στη Νάξο. Και οι δύο ναοί χρονολογούνται γύρω στο 525 π.Χ. Δυστυχώς, παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από το γκρέμισμα της νεώτερης οικίας που καταπατούσε το ναό, το μνημείο παραμένει ακόμα στην κατάσταση που βλέπετε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πλούτου των οικοδομημάτων της αρχαίας πόλης αποτελεί το κάστρο που κτίσθηκε το 1260 από το βενετό Δούκα της Νάξου με πλήθος σπoνδύλων από κίονες και τμήματα επιστυλίων και δόμων που ανήκουν σε  αρχαία οικοδομήματα και ναούς. Μάλιστα, στον πύργο του Κάστρου υπάρχει μαρμάρινη κυκλική θόλος του 5ου αι. π.Χ. αφιερωμένη στην Εστία. Tο μνημείο είναι ορατό σήμερα, γιατί ο Rubensohn γκρέμισε τμήμα του πύργου για να το αποκαλύψει. 

Στην θέση Θόλος βρίσκονταν τα εργαστήρια της πόλης. Έχει αποκαλυφθεί  ένα σημαντικό εργαστήριο γλυπτικής που τα τελευταία χρόνια ερευνάται από τη συνάδελφο Σοφία Δετοράτου. Βρέθηκαν ημιτελή γλυπτά, έργα των μαθητευομένων που επιβεβαιώνουν τη λειτουργία του χώρου και ως  σχολής γλυπτικής.

Σε μικρή απόσταση βρέθηκε και ένα θαυμάσια οργανωμένο εργαστήριο αγγειοπλαστικής των ελληνιστικών χρόνων που αποτελείται συνολικά από 6 κλιβάνους, 2 δεξαμενές και άλλους βοηθητικούς χώρους. Ο κεντρικός κλίβανος είναι λιθόκτιστος ενώ οι άλλοι 4 κλίβανοι έχουν κατασκευασθεί από αρχαϊκά πιθάρια.

Κατά την ανασκαφή του δρόμου μπροστά από το οικόπεδο αποκαλύφθηκε η είσοδος του εργαστηρίου και άλλοι δύο κλίβανοι καθώς και η είσοδος ενός άλλου εργαστηρίου. Η ανασκαφή σε όμορο οικόπεδο  επιβεβαίωσε την ύπαρξη και του δεύτερου αυτού εργαστηρίου. Για την καλύτερη προστασία των αρχαίων αποφασίσθηκε η διατήρησή τους σε υπόγειο, ενώ με την κατασκευή γέφυρας στο δρόμο ενοποιήθηκε ο χώρος του αρχαίου εργαστηρίου. Κατά τη κατασκευή της γέφυρας αποκαλύφθηκαν κιβωτιόσχημες γεωμετρικές ταφές. Ο χώρος σήμερα διατηρείται σε ενιαίο υπόγειο χώρο κάτω από την οικία και το δρόμο.

Στη θέση «Καστροβούνι» αποκαλύφθηκαν 5 κτιριακά συγκροτήματα της ελληνιστικής εποχής, τα αίθρια των οποίων είχαν ψηφιδωτά δάπεδα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ψηφιδωτό με σπειρομαίανδρο από κυανές ψηφίδες,  και ρόμβο  επάνω σε λευκό βάθος. Κάτω από αυτό αποκαλύφθηκε τμήμα παλαιότερου ψηφιδωτού με το ίδιο σχέδιο του 4ου αιώνα π.Χ. Δίπλα σε μαρμάρινο πηγάδι μιας από τις οικίες βρέθηκε εντοιχισμένος κορμός γυμνού ανδρικού αγάλματος ελληνιστικών χρόνων που πιθανόν αναπαριστά τον θεό Διόνυσο.

Στη θέση «Φλόγα» αποκαλύφθηκαν τα ερείπια μιας διώροφης οικίας του 2ου αι. π.Χ., της οποίας διατηρείται η κλίμακα. O χώρος διατηρείται σε υπόγειο σύγχρονης οικίας.

Το επίσημο νεκροταφείο της αρχαίας πόλης έχει αποκαλυφθεί στη θέση «Βίτζι», στο σύγχρονο λιμάνι.  Λειτουργούσε από τα ύστερα γεωμετρικά έως τα ρωμαικά χρόνια. Έχουν βρεθεί δυο γεωμετρικά πολυάνδρια με ταφές πολεμιστών σε αγγεία, 160 στο ένα και 30 στο δεύτερο, τάφοι ποικίλων τύπων αρχαϊκής και κλασικής περιόδου, ταφικά μνημεία του 5ου αι. π.Χ., καθώς και μαρμάρινες σαρκοφάγοι σε βάθρα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Σε παρακείμενο  οικόπεδο ιδιώτη αποκαλύφθηκε η συνέχεια του μνημειακού τμήματος του νεκροταφείου της ρωμαϊκής εποχής, όπου ήρθαν στο φως 4 ακόμα μαρμάρινοι σαρκοφάγοι  με τα καλύμματα τους και κιβωτιόσχημος μαρμάρινος τάφος με πολλαπλές ταφές.  

Εκτός από το οργανωμένο νεκροταφείο, μεμονωμένοι τάφοι έχουν ανασκαφεί σε πολλά σημεία της Παροικιάς,  πάντα εκτός των τειχών. Σε οικόπεδο ιδιώτη, στη βόρεια πλευρά του τείχους, αποκαλύφθηκε αρχαϊκό ταφικό μνημείο ή ηρώο. Πρόκειται για κυκλικό βαθμιδωτό μνημείο, παρόμοιο με το μνημείο του Θεαγένους, νικητή των Ολυμπιακών Αγώνων, στη Θάσο, αποικία της Πάρου. Το μνημείο επιστέφει κυκλικός δόμος με τόρμο για την ένθεση αγάλματος. Σε παρακείμενο οικόπεδο ήρθε στο φως νεκροταφείο  υστεροελληνιστικών χρόνων. Ως επί το πλείστον οι τάφοι είναι κιβωτιόσχημοι κατασκευασμένοι από μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση.  Πολύ κοντά σε αυτό βρέθηκαν δύο μοναδικές μαρμάρινες τεφροδόχοι κάλπιδες με τα ονόματα ΤΙΜΗΣΗΛΕΩ και ΑΜΒΡΟΣΙΑΣ, καθώς και δύο μεγάλα μαρμάρινα ταφικά μνημεία  κατασκευασμένα από αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση, τα οποία συνεχίζονται κάτω από τον δρόμο. Δίπλα στα παραπάνω μνημεία υπάρχουν δύο ακέραιες ελληνιστικές, μαρμάρινες σαρκοφάγοι με τα καλύμματά τους. Βρέθηκαν επίσης ένα δυσδιάγνωστο  ημίεργο γλυπτό, επιτύμβιες στήλες, βάσεις επιτυμβίων στηλών και ενεπίγραφες τεφροδόχοι κάλπιδες.

Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκε τμήμα επιτύμβιας στήλης με παράσταση γυναικείας μορφής που κρατάει βρέφος τυλιγμένο σε σπάργανα και το οποίο δίνει σε μία μικρότερη μορφή, πιθανότατα θεραπαινίδα. Η παραπάνω στήλη μπορεί να συγκριθεί χρονολογικά και στυλιστικά με το ανάγλυφο από το Καταφύγι της Ικαρίας έργο του γλύπτη Πλάτθη, και με το ανάγλυφο της Λευκοθέας στην Villa Albani στην Ρώμη, που χρονολογούνται στο 480-460 π.Χ.

Επίσης αποκαλύφθηκε ενεπίγραφη αναθηματική μαρμάρινη στήλη ύψους  1 μέτρου που πατά σε τετράγωνο βάθρο. Φέρει την επιγραφή   του πατέρα ενός αθλητή που  αφιερώνει την στήλη σε ανάμνηση της νίκης του γιού του σε κάποιο  αγώνισμα του σταδίου.

Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκε μαρμάρινη ενεπίγραφη πλάκα του 3ου αιώνα π.Χ.  στην οποία αναγράφεται η αγορά χωρίου, δηλαδή οικοπέδου.  Αγοραστές είναι ο ιδιώτης Κριναγόρης και ο θρησκευτικός σύλλογος των Σωτηριαστών που  είναι Κοινόν εν Αθήναις αφιερωμένο στη λατρεία της Αρτέμιδος Σωτείρας. Καταγράφονται η θέση του χωρίου, το όνομα του πωλητή, και οι μάρτυρες που ήταν παρόντες στη σύνταξη του συμβολαίου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιοχή «Άγιος Παντελεήμων», όπου βρέθηκε σε 5 οικόπεδα ιδιωτών ένα μεγάλο αρχαικό ιερό τραπεζιόσχημου σχήματος. Πάνω στην ισχυρή αυτή κατασκευή κτίζεται στα υστεροελληνιστικά χρόνια  ένας  πρόχειρος τοίχος. Σ’ αυτόν βρέθηκε εντοιχισμένος  κορμός μαρμάρινου αρχαϊκού κούρου.  Σε μικρή απόσταση από τον κούρο βρέθηκε η μαρμάρινη βάση του, η οποία  φέρει την επιγραφή Χ Ε Λ Ω, ίσως Χέλωνος, το όνομα του αναθέτη.

Σε παρακείμενο οικόπεδο  αποκαλύφθηκε  κορμός  αρχαϊκής Γοργούς, κεντρικό ακρωτήριο ναού. Το κάτω μέρος του αγάλματος,  ήταν διαμορφωμένο σε καλυπτήρια μαρμάρινη κέραμο, όπου πατάει το δεξί πόδι της μορφής.  Μαζί με την Γοργώ βρέθηκε ο εξαίρετος κορμός γυμνού νέου, ίσως αθλητή ή πολεμιστή, σε ορμητική κίνηση που χρονολογείται στην κλασική περίοδο (460-450π.Χ.).

Το σημαντικότερο όμως εύρημα για τη ταύτιση του χώρου είναι το εξαίρετο μεγάλο ανάγλυφο με παράσταση όρθιας, πεπλοφόρου γυναικείας μορφής. Με το δεξί χέρι κρατά στρογγυλό αντικείμενο ενώ  στο προτεινόμενο αριστερό κρατά το κάλυμμα του. Στον ίδιο χώρο βρέθηκε τμήμα δεξιού ώμου από όμοιο ανάγλυφο που μαρτυρά ότι η παράσταση συνεχιζόταν με μία τουλάχιστον επιπλέον μορφή προς τα δεξιά. Μπορεί να συγκριθεί με τα ανάγλυφα του πλούσιου ρυθμού από το θωράκιο του ναού της Αθηνάς Νίκης που αποδίδονται στον πάριο Αγοράκριτο. Ίσως η μορφή του αναγλύφου  είναι  μία από τις κανηφόρους (κόρες φέρουσες εντός κανίστρων τελετουργικά αντικείμενα) που ελάμβαναν μέρος στην πομπή για τον εορτασμό των θεσμοφορίων.

Σε αυτή την περίπτωση το ανάγλυφο θα πρέπει να  προέρχεται από το Θεσμοφόριο, το ιερό της Δήμητρας και Κόρης, το οποίο, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος  εξιστορώντας την ατυχή εκστρατεία του Μιλτιάδη κατά της Πάρου  το 489 π.Χ., βρισκόταν εκτός των τειχών και κοντά στο λιμάνι. Θα μπορούσε να διατυπωθεί η υπόθεση ότι το Θεσμοφόριο ταυτίζεται με το ιερό στην θέση «Άγιος Παντελεήμων».
Μετά την παρουσίαση όλων αυτών των θέσεων και ευρημάτων αποδεικνύεται ότι η Πάρος, αποτέλεσε εξέχον οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού κόσμου δημιουργώντας ταυτόχρονα και μια μοναδική και δραστήρια καλλιτεχνική σχολή γλυπτικής με πανελλήνια ακτινοβολία.

Τον 6ο αι. π.Χ.  λόγω της στρατηγικής θέσης της στο κέντρο του Αιγαίου  και της μεγάλης οικονομικής ευρωστίας χάρη στην εξαγωγή του μαρμάρου, η Πάρος ξεκινά ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα που περιελάμβανε την κατασκευή δημοσίων  οικοδομημάτων και ιερών. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, και εξαιτίας της επεκτατικής πολιτικής των Παρίων, αλλά και της ανάγκης τους για εδραίωση της κυριαρχίας τους και για επαναπροσδιορισμό της γεωγραφικής και πολιτικής παρουσίας τους στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, ενάντια στα ισχυρά κέντρα της περιοχής, τη Νάξο και τη Σϊφνο, η Πάρος ιδρύει στο νησί Δεσποτικό ένα μεγάλο ιερό του Απόλλωνα.

Το Δεσποτικό βρίσκεται δυτικά της Αντιπάρου και κατά την αρχαιότητα ήταν ενωμένο με το νησάκι Τσιμηντήρι με ισθμό. Στο Τσιμηντήρι έχουν εντοπιστεί τοίχοι μεγάλων κτιρίων. Στην ακτή του νησιού έχουν ανασκαφεί τέσσερις συλλημένοι πρωτοκυκλαδικοί τάφοι, από τους οποίους πήρε το όνομα του (κοιμητήρι=τσιμηντηρι). Δυτικά του Δεσποτικού βρίσκεται το νησάκι Στρογγυλό επίσης με ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αφού στο ανατολικό άκρο του υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι, όπου έχουν χρησιμοποιηθεί δύο μαρμάρινοι κίονες από το ιερό του Δεσποτικού. Κοντά σ’ αυτό  είναι ορατά θεμέλια αρχαίων κτιρίων. Οι κίονες πρόκειται να μεταφερθούν φέτος στο χώρο της ανασκαφής.

Το Δεσποτικό ταυτίζεται με την αρχαία Πρεπέσινθο, όπως παραδίδεται από αρχαίους γεωγράφους. Τα σημεία πρόσβασης στο νησί είναι λίγα εξαιτίας της απόκρημνης ακτογραμμής. Η ανατολική ακτή είναι πιο ομαλή και προσφέρει περισσότερα σημεία πρόσβασης. Είναι ιδιαίτερα προστατευμένη από τις καιρικές συνθήκες, καθώς ο κλειστός κόλπος που διαμορφώνεται μεταξύ Αντιπάρου και Δεσποτικού είναι ένα φυσικό υπήνεμο λιμάνι. Στην αρχαιότητα θα ήταν ακόμα πιο προστατευμένο λόγω της ύπαρξης του ισθμού μεταξύ Τσιμηντηρίου και Δεσποτικού, και αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για την ίδρυση του ιερού σ’ αυτό το τμήμα του νησιού.

Στην ανατολική ακτογραμμή διακρίνονται μέσα στη θάλασσα κανάλια ανοιγμένα στον φυσικό βράχο, παρόμοια με αυτά που υπάρχουν στη γειτονική Πάρο. Eίναι βέβαιο ότι αυτά την εποχή της διάνοιξής τους ήταν επίγεια, αφού η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει τουλάχιστον 1,50 μέτρο από την αρχαιότητα. Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για λιμενικές εγκαταστάσεις που χρησίμευαν για τη μεταφορά του μαρμάρου στο ιερό.

Στη νεώτερη εποχή το Δεσποτικό απεικονίζεται σε ναυτικούς χάρτες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, στους οποίους αναγράφεται ως Sigilο και στους οποίους διακρίνεται ένα μικρό κάστρο στη βόρεια πλευρά του νησιού. Mαζί με την Αντίπαρο, τον 13ο αι. πέρασε στη δικαιοδοσία των Ενετών, στη συνέχεια των Οθωμανών και μετά έγινε άντρο πειρατών που λυμαίνονταν το Αιγαίο τον καιρό της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Παλαιότερες έρευνες στο νησί

Οι πρώτες αρχαιολογικές έρευνες στο Δεσποτικό πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Χρήστο Τσούντα, ο οποίος ανέσκαψε  δυο πρωτοκυκλαδικά νεκροταφεία της 3ης χιλιετίας π.Χ. Το 1959 διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα από τον Νικόλαο Ζαφειρόπουλο στα Ζουμπάρια, όπου ήρθαν στο φως και άλλοι πρωτοκυκλαδικοί τάφοι. Στην ίδια θέση εντοπίσαμε  τμήμα του πρωτοκυκλαδικού οικισμού.

Ο Ζαφειροπούλος  πραγματοποίησε για δύο μέρες ανασκαφική έρευνα και στη θέση Μάντρα,  εκεί που υπήρχε  μια στάνη. Ανέσκαψε τμήμα οικίας , η οποία είχε κτιστεί με δωρικά αρχιτεκτονικά μέλη ναού. Όπως αποδείχθηκε από τις μετέπειτα έρευνες μας, το δωμάτιο που τµηµατικά ανέσκαψε ο Ζαφειρόπουλος και εσφαλμένα θεώρησε ρωµαϊκό ήταν ένα από τα δύο δωμάτια του ‘ναού’ του ιερού.

Το 1996 έγινε επίσκεψη για πρώτη φορά στη θέση Μάντρα. Μετά τον εντοπισμό μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών, εντοιχισμένων στους τοίχους της στάνης, αλλά και διάσπαρτων γύρω από αυτή, δόθηκε το έναυσμα της ανασκαφής. Οι πρώτες έρευνες από το 1997 έως το 2000 πραγματοποιήθηκαν µε πολύ μεγάλες δυσκολίες λόγω της ύπαρξης της στάνης, της παρουσίας του βοσκού αλλά και του δύσβατου της περιοχής, αφού δεν υπήρχε  µόλος , ο οποίος κατασκευάστηκε µόλις το 2002 μετά από χορηγία κατοίκου της Αντιπάρου.

Το 2001 ξεκίνησε η συστηματική ανασκαφή του χώρου, με φοιτητές ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων. Η ανάγκη επέκτασης της ανασκαφής εξαιτίας της αποκάλυψης πολλών και σημαντικών αρχιτεκτονικών καταλοίπων κάτω από την στάνη, έκανε απαραίτητη την απομάκρυνση αυτής και την κατασκευή νέας, μακριά από τον αρχαιολογικό χώρο.

Μέχρι σήμερα αποτέλεσμα της επί σειρά ετών ανασκαφικής έρευνας είναι η αποκάλυψη ενός μεγάλου αρχαϊκού ιερού, αφιερωμένου στον Απόλλωνα. Έχουν ανασκαφεί έντεκα κτίρια και στην άκρη της χερσονήσου διακρίνονται διάφορα άλλα κτίσµατα, όπως ένας κυκλικός πύργος, που δεν έχουν ακόμα ανασκαφεί. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν τα πέντε κτίρια στο Τσιμηντήρι που στην αρχαιότητα θα ανήκαν στο ιερό.

Το ιερό ήκμασε στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο, αλλά υπάρχουν ενδείξεις για λατρευτική δραστηριότητα στην περιοχή ήδη από την  γεωμετρική και πρώιμη αρχαϊκή εποχή.  Τον πυρήνα του ιερού αποτελεί το λεγόμενο Βόρειο Τέμενος που περιλαμβάνει τα Κτίρια Α, Δ και Ε.  Νότια αυτού βρίσκεται το λεγόμενο Νότιο Συγκρότημα με τις κτιριακές ενότητες Θ και Ι. Έξω από τον λατρευτικό περίβολο βρίσκονταν άλλα βοηθητικά κτίρια για τις ανάγκες του ιερατείου και των επισκεπτών. Η κατεξοχήν λατρευόμενη θεότητα ήταν ο Απόλλωνας, σύμφωνα με ενεπίγραφα όστρακα από αγγεία του 6ου και 5ου αι. π.Χ., στα οποία αναγράφεται με εγχάραξη το όνομα ή τα αρχικά του Απόλλωνα.   Στην κλασική περίοδο λατρευόταν στο ιερό και η θεά Εστία με το επίθετο Ισθμία.

Τα κτίρια Β, Γ, Ζ, Η, Κ, Λ καλύπτουν μια μεγάλη έκταση, σχεδόν από την ακτή έως το πλάτωμα του ιερού και εντοπίζονται κατά μήκος της πορείας που θα ακολουθούσαν οι πιστοί από το λιμάνι προς το ιερό τέμενος. Το Κτίριο Γ που χρονολογείται στην αρχαϊκή περίοδο αποτελείται από δυο μεγάλα δωμάτια. Κάθε δωμάτιο φέρει δύο θυραία ανοίγματα, ένα στη βόρεια και ένα στη νότια πλευρά.  Νότια του Κτιρίου Γ βρίκεται το  Κτίριο Ζ που αποτελείται από τέσσερα δωμάτια με κοινό πλακόστρωτο αίθριο του οποίου η ανασκαφή δεν έχει ολοκληρωθεί.

Ανατολικά των παραπάνω κτιρίων βρίσκεται άλλο ένα αρχαικό κτίριο, το Κτίριο Β. Πρόκειται για ένα μεγάλο  οικοδόμημα που  αποτελείται από επτά χώρους και πιθανότατα είχε αποθηκευτική χρήση. Σε κοντινή απόσταση, βρίσκεται το Κτίριο Η. Πρόκειται για ένα επίμηκες οικοδόμημα  αποτελούμενο από έξι δωμάτια και ένα ημικυκλικό χώρο. Το κτίριο χρονολογείται στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο  όπως μαρτυρά η αποκάλυψη θραύσματος ενεπίγραφου πίθου που φέρει την επιγραφή ΑΣΤΕΟΝΕΙΜ και τμημάτων πήλινων ακροκεράμων με παράσταση γοργούς, όμοια με αντίστοιχα από αρχαϊκό ιερό της Πάρου.

Σε κοντινή απόσταση βρίσκοναι τα Κτίρια Κ και Λ. Πρόκειται για  δυο μικρά ορθογώνια  οικοδομήματα τα οποία  πιθανότατα λειτουργούσαν ως παρατηρητήρια.

Το Βόρειο Τέμενος, δηλαδή ο λατρευτικός Περίβολος, διαμορφώθηκε σταδιακά. Αρχικά κατασκευάστηκε περίπου στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ο «ναός», η βόρεια πυλίδα και ο βόρειος τοίχος του περιβόλου. Στη συνέχεια γύρω στο 540-530 π.Χ., κτίστηκε το εστιατόριο του ιερού, ο νότιος τοίχος του περιβόλου και η νότια πυλίδα, ενώ αργότερα προσαρτήθηκε το Κτίριο Δ, η βόρεια, η νότια και η ανατολική στοά.

Το Kτίριο Α που είναι το λατρευτικό οικοδόμημα του ιερού αποτελείται από πέντε παράλληλα δωμάτια. Η κάτοψη του κτιρίου διαιρείται συμβατικά σε δύο τμήματα, στο Βόρειο τμήμα με τα δωμάτια Α1 και Α2 και στο Νότιο με τα δωμάτια Α3, Α4 και Α5, η ανέγερση των οποίων παρουσιάζει τρεις οικοδομικές φάσεις, σύμφωνα με τους συνεργάτες μας,  αρχιτέκτονες του Πολυτεχνείου του Μονάχου, Α.Ohnesorg, Κ.Παπαγιάννη, M.Lambertz. Τα δωμάτια Α1, Α2 ταυτίζονται με τον ναό, και τα δωμάτια Α3,4,5 με το εστιατόριο του ιερού.

Στην πρώτη φάση κτίστηκαν τα δωμάτια Α1, Α2 με τον κοινό τους προθάλαμο γύρω στο 560-550 π.Χ. Οι τοίχοι των δωματίων είναι επιμελώς κτισμένοι και πιθανόν να είχαν επιχρισμένη επιφάνεια, ενώ οι τοίχοι του προθαλάμου είναι κτισμένοι από μαρμάρινους δόμους επιμελημένης κατεργασίας.

Στη δεύτερη οικοδομική φάση γύρω στο 540-530 π.Χ. προσαρτήθηκε το εστιατόριο. Αυτό αποτελείται από τα τρία δωμάτια και ένα προστώο με μαρμάρινη κιονοστοιχία. Τα τρία δωμάτια  έχουν θυραία ανοίγματα τόσο στην ανατολική πλευρά προς το προστώο, όσο και στη δυτική.  Στα Δωμάτια Α4 και Α5 διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση τα δάπεδα τους που αποτελούνται από ακατέργαστα τμήματα λίθων και κονίαμα, και τα οποία έχουν συντηρηθεί.  Το δάπεδο του προστώου διαμορφώνεται από σχιστολιθικές πλάκες. Μέσα σε αυτό το δάπεδο, ακριβώς μπροστά από την είσοδο του δωματίου Α3, βρέθηκε κατά τη περσινή ανασκαφική περίοδο τετράγωνος μαρμάρινος τελετουργικός βόθρος για την τέλεση χοών που ανήκει στην πρώτη οικοδομική φάση του Κτιρίου Α. Παρόμοιου τύπου βόθρος έχει βρεθεί στο ιερό στα Ύρια της Νάξου.

Ο στυλοβάτης του προστώου  είναι κατασκευασμένος με μεγάλες πλάκες γνευσίου που πατούν σε υποδομή από λευκό μάρμαρο αποσκοπώντας σε μια χρωματική αντίθεση. Στην επιφάνεια του σώζονται τα αποτυπώματα πέντε κιόνων. Έχουν έρθει στο φως πολλά αρχιτεκτονικά μέλη της κιονοστοιχίας, βάσει των οποίων έγινε η αναπαράσταση της πρόσοψης με οκτώ εν παραστάσι αρράβδωτους δωρικούς κίονες ύψους 2,85μ. Τα τρία δωμάτια και το προστώο στεγάζονταν με δίρριχτη στέγη, η οποία καλυπτόταν με κεραμίδια κορινθιακού τύπου.

Στην τρίτη οικοδομική φάση γύρω στο 500 π.Χ. ανακατασκευάσθηκε η πρόσοψη του ναού. Πάνω σε νέο ισχυρό θεμέλιο, το οποίο ανασκάφηκε πέρσι και έχει ύψος έως και 1 μ., ορθώθηκε μαρμάρινη κιονοστοιχία νησιώτικου δωρικού ρυθμού. Η πρόσοψη του ναού αποκαθίσταται με επτά αρράβδωτους κίονες εν παραστάσι, ύψους περίπου 3.80μ. που μαζί με το θριγκό και την οροφή θα ξεπερνούσε τα 6 μέτρα. Τρία θραύσματα ακρωτηρίων, δύο ακραίων και ενός κεντρικού, ανήκουν στο αέτωμα που έστεφε την κιονοστοιχία.

Τα πολυπληθή ευρήματα από τα δωμάτια του ναού ενισχύουν και επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση των οικοδομικών φάσεων του λατρευτικού κτιρίου.

Κάτω από τις πλάκες του δαπέδου του δωματίου Α1 ήρθαν στο φως 600 αντικείμενα κυκλαδικής, κορινθιακής, ανατολικο-ιωνικής, κυπριακής και αιγυπτιακής προέλευσης. Πρόκειται για μια πλούσια και ποικίλη συλλογή αντικειμένων τόσο ως προς το είδος, όσο και ως προς το υλικό. Τα περισσότερα χρονολογούνται στην αρχαϊκή περίοδο (7ος -6ος αι. π.Χ.). Τα ευρήματα τοποθετήθηκαν κάτω από τις πλάκες του δαπέδου κατά την ανέγερση του ‘ναού’  και θα πρέπει να ερμηνευτούν ως πρωιμότερες προσφορές στο ιερό που τοποθετήθηκαν ευλαβικά στο δωμάτιο του νέου λατρευτικού χώρου, ώστε να προστατευθούν και να μην καταστραφούν. Τα αντικείμενα από το δωμάτιο εκτίθενται από το 2004 στο μουσείο της Πάρου, μετά από τη δωρεά βιτρινών του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης

Ηρθαν στο φως εξαιρετικής ποιότητας παριανά ή κυκλαδικά αγγεία του 7ου αι. π.Χ. Μεγάλος είναι ο αριθμός και των εισηγμένων αγγείων, κυρίως από την Κόρινθο και την Ιωνία. Βλέπετε χαρακτηριστικά κοτύλες, δυο πανομοιότυπα αλάβαστρα με παράσταση αντωπών ταύρων, αλάβαστρα με αντωπές οκλάζουσες σφίγγες ή άλλα πτηνά αλλά και λέοντες ή πετεινούς, σφαιρικοί αρύβαλλοι με πολεμιστές,  απιόσχημοι αρύβαλλοι με το γνωστό μοτίβο των σκύλων σε διασκελισμό, με εγχάρακτες φολίδες ή με ταινιωτή διακόσμηση, τετράφυλλοι αρύβαλλοι, καθώς και αγγείο σε σχήμα φαλλού.

Σε εργαστήρια της ανατολικής Μεσογείου ανήκουν δύο ζωόμορφα αγγεία σε σχήμα λαγού και πετεινού, αρύβαλλος του λεγόμενου ροδιοκρητικού τύπου, το ληκύθιο σε σχήμα κεφαλιού λέαινας, καθώς και ληκύθιο σε μορφή όρθιας γυναικείας μορφής που κρατά πτηνό στο στήθος.

Βρέθηκαν αρκετά πήλινα ειδώλια γυναικείων καθιστών μορφών με πόλο που προέρχονται από ανατολικο-ιωνικά εργαστήρια της αρχαϊκής περιόδου, καθώς και πήλινο ειδώλιο λέαινας σε ανάπαυση. Στην ίδια απόθεση εντοπίστηκαν πήλινα προσωπεία, όμοια με αυτά που έχουν βρεθεί στο Ηραίο της Δήλου και στο Δήλιο της Πάρου.

Αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός μεταλλικών χρηστικών αντικείμενων από χαλκό, σίδηρο και μόλυβδο. Πρόκειται για αγροτικά εργαλεία, πέλεκεις, δρεπάνια, λόγχες, εγχειρίδια και σπαθιά. Μεγάλος ήταν ο αριθμός και των χάλκινων πορπών. Χαρακτηριστικές είναι μια μεγάλη σπειροειδής πόρπη και πόρπες του λεγόμενου φρυγικού τύπου.

Βρέθηκαν πολλά αντικείμενα εισηγμένα από την Αίγυπτο, καθώς και άλλα που μιμούνται ή έχουν επιρροές από την καλλιτεχνική παραγωγή της χώρας αυτής. Χαρακτηριστικό είναι ένα περίαπτο σε σχήμα γερακιού, που αναπαριστά το θεό Ώρο  καθώς και ανθρωπόμορφο διπλό αγγείο αιγυπτιάζουσας τεχνοτροπίας που αποδίδεται σε ροδιακό εργαστήριο. Αποκαλύφθηκαν και δύο ειδώλια του Αιγύπτιου θεού Bes που ήταν προστάτιδα δύναμη των μητέρων και των νεογνών, αρκετές χάνδρες και σκαραβαίοι εισηγμένοι από την Αίγυπτο.

Περισυνελέγησαν γυάλινες χάνδρες ποικίλων σχημάτων που προέρχονται από εργαστήρια της Βόρειας Συρίας, της Φοινίκης και της βόρειας Μεσοποταμίας  καθώς και ψήφοι από ήλεκτρο, πολύτιμο υλικό εισηγμένο από τη Βορειοδυτική Ευρώπη και τη Βαλτική. Επίσης σφραγιδόλιθοι από στεατίτη, ίασπη και άλλες ημιπολύτιμες πέτρες, καθώς και χρυσά αντικείμενα, όπως σφαιρικές ψήφοι, από περιδέραιο και μία κεφαλή περόνης σε σχήμα ροδιού.

Μεταξύ των ευρημάτων της απόθεσης ξεχωρίζουν ακέραιες οκτώσχημες πόρπες από ελεφαντοστό, παρόμοιες με αυτές  που έχουν βρεθεί στα ιερά της Εφέσσου, της Σίφνου της Δήλου και της Κύθνου και τρεις ελεφαντοστέινοι δίσκοι, παρόμοιοι με έναν από το Δήλιο της Πάρου.

Ιδιαίτερο εύρημα είναι το αυγό στρουθοκαμήλου. Εντοπίστηκε κομματιασμένο ανάμεσα στις σχιστόπλακες του δαπέδου του δωματίου. Κατά τον 7ο αι. π.Χ. παρόμοια αυγά συναντώνται σε πολλά ιερά του Αιγαίου. Μάλιστα, ακόμα και σήμερα οι ναυτικοί συνηθίζουν να αφιερώνουν αυγά στρουθοκαμήλου στις εκκλησίες.

Το σημαντικότερο από τα ευρήματα του δωματίου Α1 είναι το άνω τμήμα δαιδαλικού ειδωλίου γυναικείας μορφής. Σώζεται μόνο το άνω μέρος του κορμού, από τη μέση και πάνω με το κεφάλι, συνολικού ύψους 0,25 μ. Χρησιμοποιώντας  ως συγκριτικά παράλληλα τους κυλινδρικούς κάτω κορμούς δύο πήλινων ειδωλίων που βρέθηκαν στο Κάστρο της Σίφνου, υποθέτουμε ότι το κάτω μέρος της μορφής του Δεσποτικού ήταν επίσης κυλινδρικό. Το ειδώλιο του Δεσποτικού που προέρχεται από παριανό εργαστήριο είναι άμεσα επηρεασμένο από την παριανή αγγειογραφία του 7ου αι. π.Χ. αποτελώντας μία ιδιαίτερη σύνθεση που αντανακλά το πρωτοποριακό και  ευρηματικό πνεύμα των παριανών εργαστηρίων. Χρονολογείται γύρω στο 675-650 π.Χ. και ταυτίζεται με το πρωιμότερο λατρευτικό είδωλο του ιερού.

Στο δεύτερο δωμάτιο του ‘ναού’ βρέθηκαν τρεις μεγάλες μαρμάρινες βάσεις. Η μία από αυτές ταυτίζεται με τη βάση του λατρευτικού αγάλματος του ιερού. Είναι τετράγωνη και  φέρει τετράγωνη βάθυνση για την ένθεση της πλίνθου του αγάλματος. Τυπολογικά συγκρίνεται με τη βάση του λατρευτικού αγάλματος της Άρτεμης από το Δήλιο της Πάρου και χρονολογείται γύρω στο 500-490 π.Χ.

Με την ταύτιση του παραπάνω βάθρου ως αυτού του λατρευτικού αγάλματος συνδέεται τo άνω τμήμα ενδεδυμένου αγάλματος γυναικείας μορφής που βρέθηκε  εντοιχισμένο στη μάντρα της στάνης. Σώζεται τμήμα του κορμού που φορά ένδυμα με πτυχώσεις .Η μορφή θα πρέπει να εικονιζόταν στον τύπο των αρχαϊκών κορών που προβάλλουν το αριστερό πόδι, όπως και το κολοσσικό λατρευτικό άγαλμα της Άρτεμης από το Δήλιο της Πάρου. Από το ίδιο άγαλμα προέρχεται και τμήμα του αριστερού κάτω άκρου ποδιού με τμήμα της πλίνθου, καθώς και δύο δάκτυλα χεριού υπερμεγέθους αγάλματος.

Ο λατρευτικός περίβολος που προστάτευε το τέμενος κτίστηκε σε διαφορετικές φάσεις. Το βόρειο τμήμα του κτίστηκε στο  550-525 π.Χ. όπως μαρτυρά συγκέντρωση τεσσάρων ειδωλίων και τεσσάρων ακέραιων κορινθιακών αρυβάλλων που αποκαλύφθηκε στη θεμελίωσή του. Η Βόρεια Πύλη κατασκευάστηκε την ίδια περίοδο με τον περίβολο και γνώρισε έξι διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις, όπως αποδείχθηκε από τη περσινή ανασκαφική έρευνα. Είχε δίφυλλη θύρα. Έξω από τη πύλη βρέθηκε εξαιρετικής ποιότητας γραπτή κεραμική, όπως τμήμα γραπτού παριανού «μηλιακού» πινακίου που χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ.

Βόρεια του Κτιρίου Α προστέθηκε το 550-525 π.Χ το ναόσχημο κτίριο Δ που αποτελείται από ‘πρόναο’ και ‘σηκό’. Πρέπει να αναφέρουμε ότι το κτίριο βρισκόταν ακριβώς κάτω από το τυροκομείο του βοσκού και γι’ αυτό έχει υποστεί μεγάλες φθορές. Το κτίριο είχε πρόστυλη πρόσοψη πιθανόν με τέσσερις κίονες. Η επιμελημένη τοιχοποιία παρουσιάζει κοινά σημεία με αυτή του Κτιρίου Α, ενώ η θεμελίωσή του είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Στο σηκό σώζεται τμήμα του δαπέδου, το οποίο και συντηρήθηκε. Κατά την ανασκαφή του κτιρίου αποκαλύφθηκε πληθώρα ευρημάτων. Ιδιαίτερο εύρημα αποτελούν τα  θραύσματα ενεπίγραφου παριανού δίνου του 7ου αι. π.Χ. με παράσταση πολεμιστών του τρωικού πολέμου των οποίων αναγράφονται τα ονόματα, ΜΕΝΕΛΑΟΣ και ΣΘΕΝΕΛΟΣ.

Η επιμελής κατασκευή του κτιρίου, η αρχιτεκτονική μορφή του, αλλά και η ύπαρξη ορθογώνιας κτιστής κατασκευής μπροστά από τον ‘πρόναο’, η οποία μπορεί να ερμηνευθεί ως βωμός, υποδηλώνουν τη λατρευτική ταυτότητα και αυτού του κτιρίου.

Ταυτόχρονα ή λίγο μετά την ανέγερση του κτιρίου Δ προσαρτήθηκε στον Περίβολο η Βόρεια Στοά που αποτελείται από τρία δωμάτια με θύρες μόνο στη νότια πλευρά, προς το εσωτερικό του τεμένους.

Στο νότιο τοίχος του Περιβόλου και περίπου στο μέσον αυτού ανοίγεται η Νότια Πύλη. Κατασκευάστηκε γύρω στο 540-530 π.Χ. Σε μεταγενέστερη περίοδο κατά μήκος του νότιου τοίχου του Περιβόλου προσαρτήθηκε η Νότια Στοά. Η ανατολική πλευρά του Περιβόλου έχει διασωθεί πολύ αποσπασματικά και σώζεται μόνο στη βορειοανατολική πλευρά τμήμα της   Ανατολικής Στοάς.

Εξωτερικά του Περίβολου, αλλά εφαπτόμενο στον ανατολικό τοίχο του, βρίσκεται το Κτίριο Ε που χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ.. Αποτελείται από διμερή ‘οίκο’ και διατηρεί σε πολύ καλή κατάσταση τα δάπεδα των δύο δωματίων.  Μεταξύ του κτιρίου Ε και του ανατολικού τοίχου του περιβόλου υπάρχει ένα  διμερές, κτίσμα ναόσχημης κάτοψης και προθάλαμο,  το λεγόμενο συνδετικό κτίριο. Χρονολογείται μετά το 500 π.Χ., αφού βρέθηκε εντοιχισμένος στο κατώφλι του το 2011 ο άνω κορμός αρχαϊκού κούρου παριανού εργαστηρίου του τέλους του 6ου αι. π.Χ. Το γλυπτό είχε κοπεί στο ύψος της μέσης και είχε τοποθετηθεί ανάποδα στο έδαφος στερεωμένο με πέτρες. Η κάτω επιφάνειά του είχε αποκοπεί με βελόνι και έφερε δύο μολυδβοχοημένες εντορμίες για την υποδοχή του στροφέα της θύρας- ακριβώς όπως και οι κούροι που βρέθηκαν το 2005 στο Νότιο Συγκρότημα. Ο κούρος σώζεται από την απαρχή του λαιμού έως και τη μέση και σώζεται μόνο -αν και αποκεκρουμένο- το αριστερό χέρι λυγισμένο πάνω στο θώρακα. Αυτός ο τύπος κούρων με το ένα χέρι λυγισμένο στο στήθος απαντάται μόνο στα παριανά εργαστήρια γλυπτικής και είναι χαρακτηριστική κίνηση  των κορών.

Η αποκάλυψη του κορμού είναι πολύ σημαντική, καθώς αφενός αποτελεί τον τρίτο κατά σειρά κούρο αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας κούρων - μετά τον ‘κούρο της Κοπεγχάγης’και τον ημίεργο κούρο 1377 του Μουσείου της Πάρου- και αφετέρου επιβεβαιώνει την παριανή ταυτότητα του ιερού.

Ιδιαίτερα σημαντική για την μελέτη των πολυάριθμων θραυσμάτων γλυπτών που έχουν βρεθεί στο ιερό είναι η διαπίστωση ότι ο παραπάνω κορμός συνανήκει με τον κάτω κορμό κούρου από το Νότιο Συγκρότημα που είχε βρεθεί το 2005, ο οποίος ανήκε σε κούρο με λυγισμένο το αριστερό χέρι.

Στο μέσον περίπου του Περιβόλου και ανατολικά του ‘ναού’ υπάρχει η λεγόμενη ημικυκλική κατασκευή (ή εξέδρα) που χρονολογείται στην αρχαϊκή περίοδο. Λόγω της κεντρικής θέσης της στον Περίβολο, ακριβώς απέναντι  από το ναό και της ομοιότητάς της με παρόμοιες κατασκευές σε άλλα ιερά μπορεί να ταυτιστεί με βωμό.

Σε απόσταση μόλις ενός μέτρου από τη βορειοανατολική  γωνία του προστώου του ‘ναού’ υπάρχει η τετράγωνη εσχάρα της Εστίας Ισθμίας. Αποτελείται από τέσσερις κατεργασμένες μαρμάρινες πλάκες. Η άνω όψη της δυτικής πλάκας, που μάλιστα κοιτά προς το ‘ναό’, φέρει την επιγραφή ΕΣΤΙΑΣ ΙΣΘΜΙΑΣ. Η επιγραφή χρονολογείται στον 5ο-4ο αι. π.Χ.  Η Εστία θεωρείται προστάτιδα των ναυτικών και έτσι εξηγείται η λατρεία της στο Δεσποτικό. Άλλωστε είναι μία από τις κατεξοχήν λατρευόμενες  θεότητες στη γειτονική Πάρο, όπου έχουν βρεθεί δύο ιερά της. Η επωνυμία της οφείλεται στην ύπαρξη του ισθμού που συνέδεε στην αρχαιότητα το νησάκι Τσιμηντήρι με το Δεσποτικό.


Νότια του λατρευτικού Περιβόλου, σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν, βρίσκεται  το Νότιο Συγκρότημα που αποτελείται από τις κτιριακές ενότητες Θ και Ι, οι οποίες περικλείονται από περίβολο.

Στο βόρειο τμήμα της Κτιριακής ενότητας Θ βρίσκεται το ‘τετράγωνο κτίσμα’ που αποτελείται  από δύο ορθογώνιας κάτοψης δωμάτια. Οι τοίχοι του είναι επιμελώς κτισμένοι . Οικοδομήθηκε γύρω στο 550 π.Χ.  Δίπλα από αυτό βρίσκεται το ‘λουτρό’. Πρόκειται για μονόχωρο κτίσμα  που προσαρτήθηκε μεταγενέστερα. Το δάπεδό του είναι κατασκευασμένο από ορθογωνισμένες πλάκες, το διατρέχει αγωγός που περνά κάτω από το κατώφλι, συνεχίζει σε κτιστή λεκάνη συλλογής υδάτων εκτός του κτίσματος και μέσω άλλου αγωγού,  καταλήγει έξω από αυτό.

Στο νότιο τμήμα του χώρου μεταξύ δύο τοιχίων υπάρχουν τρεις πώρινοι, κυκλικοί λίθοι  τοποθετημένοι σε παράταξη  που φέρουν οπές στην άνω και στην εμπρόσθια όψη. Στο κάτω μέρος του τοιχίου υπάρχουν οπές που αντιστοιχούν στις οπές των λίθων για τη διοχέτευση υγρών στον αγωγό. Στο εσωτερικό του δωματίου βρέθηκε μαρμάρινος λουτήρας, ενώ ακριβώς έξω από αυτό βρέθηκε μέσα στο χώμα μεγάλη πήλινη λεκανίδα .

Αν και δεν έχει βρεθεί κάποιος χώρος με τα ίδια χαρακτηριστικά σε άλλο αιγαιακό ιερό,  το δωμάτιο φαίνεται ότι χρησίμευε ως λουτρό για το συμβολικό εξαγνισμό των πιστών πριν από την είσοδό τους στο ιερό τέμενος.

Η Κτιριακή ενότητα Ι αποτελείται από έντεκα δωμάτια διαφορετικών διαστάσεων που κτίστηκαν σε διαφορετικές φάσεις. Αρχικά οικοδομήθηκε το λεγόμενο ‘τραπεζιόσχημο κτίσμα’ που αποτελείται από τέσσερα δωμάτια και είχε δύο θύρες, μία στην ανατολική πλευρά και μία στη δυτική. Στη δυτική θύρα σαν στήριγμα για το θυρόφυλλο είχε επαναχρησιμοποιηθεί ο άνω κορμός με το κεφάλι αρχαϊκού κούρου του α΄μισού του 6ου αι. π.Χ. Ο κούρος ήταν τοποθετημένος μέσα στο χώμα  ανάποδα και στερεωμένος περιμετρικά με πέτρες, όπως ο κορμός στο Κτίριο Ε που προανέφερα. Πρόκειται για εξαιρετικό έργο που παραπέμπει σε έργα της ανατολικής Ελλάδας Μίλητο, Σάμο, Ρόδο.

Στην ανατολική θύρα βρέθηκαν εντοιχισμένοι σε β΄ χρήση οι κάτω κορμοί δύο αρχαϊκών κούρων του δ΄τέταρτου του 6ου αι. π.Χ. Ο ένας από αυτούς συνανήκει, όπως ήδη ανέφερα, με τον κούρο που βρήκαμε πέρυσι.

Πιθανότατα οι χώροι αυτοί να εξυπηρετούσαν καθημερινές ανάγκες του ιερατείου ή των επισκεπτών. Χρονολογούνται στην κλασική εποχή με βάση την αττική ερυθρόμορφη κεραμική που αποκαλύφθηκε μέσα και έξω από αυτά, αλλά και την ανεύρεση των επαναχρησιμοποιημένων κούρων. Η ανάγκη των καθημερινών λειτουργιών του ιερού για νερό καλυπτόταν από μεγάλο κτιστό πηγάδι  που αποκαλύφθηκε  μέσα στον τειχισμένο περίβολο του Νοτίου Συγκροτήματος. Ακόμα ένα πηγάδι έχει βρεθεί  έξω από τον λατρευτικό Περίβολο.

Κάτω από το ‘λουτρό’ και την κτιριακή ενότητα Ι, βαθύτερα θεμελιωμένοι, αποκαλύφθηκαν το 2011 έξι νέοι τοίχοι που ορίζουν τρεις τουλάχιστον χώρους. Η αποκάλυψή τους αποδεικνύει πως στο ιερό υπήρχε ακόμα ένα παλαιότερο κτίσμα  του ‘λουτρού’ και της κτιριακής ενότητας Ι.

Κατά την ύστερη αρχαιότητα το ιερό έπαψε να λειτουργεί.  Πάνω σε τμήμα του λατρευτικού Κτιρίου Α  κατασκευάστηκε σε διάφορες φάσεις κτιριακό συγκρότημα αποτελούμενο από μονόχωρα δωμάτια. Οι τοίχοι των αρχαϊκών κτιρίων  ενσωματώθηκαν στο νέο συγκρότημα και τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη από τις κιονοστοιχίες του εστιατορίου και του ‘ναού’ χρησιμοποιήθηκαν για το κτίσιμό του.

Έγιναν πολλές μετασκευές και επεκτάσεις στην υστεροβυζαντινή περίοδο, μέχρι και τον  17ο αιώνα, όταν και καταστράφηκε ολοσχερώς από πειρατές. Σώζεται η προφορική παράδοση ότι ο περιβόητος γάλλος πειρατής Δανιέλ, όταν παραδόθηκε από τους κατοίκους του Δεσποτιού στους Τούρκους και θανατώθηκε, άλλοι γάλλοι πειρατές για να εκδικηθούν το θάνατό του, κατέσφαξαν τους κατοίκους του Δεσποτικού και λεηλάτησαν τον οικισμό. Τα ίχνη της καταστροφής εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή του 2011. Αυτή η  τελευταία εγκατάσταση στο νησί   ταυτίζεται με το μικρό καστράκι που εικονίζεται στους πορτολάνους των ξένων περιηγητών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία του ιερού παρουσιάζει η τύχη των μαρμάρινων αγαλμάτων που κοσμούσαν το τέμενος ως λαμπρά αναθήματα. Έχουν βρεθεί πάνω από 40 τμήματα αρχαϊκών γλυπτών, κυρίως κούρων, όπως πόδια, μηροί, κνήμες, αστράγαλοι, κάτω άκρα με πλίνθο, βραχίονες, ωμοπλάτες, χέρια. Τα θραύσματα αυτά προέρχονται από διάφορα αγάλματα, αλλά κάποια από αυτά συνανήκουν, όπως τμήμα μηρού κουρού που βρέθηκε το 2005 στο κτίριο Δ με τμήμα κνήμης και αστραγάλου που βρέθηκαν πέρσι στη θεμελίωση του κτιρίου Α.

Ο αριθμός και η ποιότητα των γλυπτών αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη της αίγλης, της λαμπρότητας και του πλούτου του ιερού. Παρόλη όμως την αξία που είχαν αυτά τα γλυπτά ως αναθήματα στο ιερό, μετά την για άγνωστους λόγους καταστροφή τους, είτε φυσικούς είτε ανθρωπογενείς, έπαψαν να θεωρούνται αντικείμενα με ιερή σημασία και αποτέλεσαν απλά οικοδομικό υλικό. Σχεδόν όλα τα θραύσματα των γλυπτών έχουν αποκαλυφθεί εντοιχισμένα σε β΄ χρήση.

Αναφέρονται χαρακτηριστικά  κεφάλι αρχαϊκού κούρου παριανού εργαστηρίου που βρέθηκε το 2002 σε ένα λιθοσωρό και χρονολογείται στο 540- 520 π.Χ.

Κεφάλι κούρου ναξιακού εργαστηρίου, άριστα διατηρημένο, που βρέθηκε και αυτό μέσα σε ένα από τα δωμάτια των  ‘ύστερων’ κτισμάτων και χρονολογείται περίπου στο 580-560 π.Χ.

Κεφάλι αρχαϊκού κούρου βρέθηκε το 2010 εντοιχισμένο σε τοίχο των ‘ύστερων‘ κτισμάτων, όπως επίσης και το μοναδικό κεφάλι αρχαϊκής κόρης, ιδιαίτερα διαβρωμένο και αυτό, στο οποίο διακρίνονται ο μηνίσκος και οι οπές για χάλκινο διάδημα.

Επίσης, το 2002 και 2003 εντοπίστηκαν εντοιχισμένα  δύο τμήματα από τον κορμό  γυμνού ανδρικού αγάλματος, καθώς και τμήμα ωμοπλάτης που συνανήκει .  Ανήκει  κατά πάσα πιθανότητα  σε αθλητή . Ο κορμός αυτός παρουσιάζει τεχνοτροπική συγγένεια με τους  κορμούς του αυστηρού ρυθμού 480 π.χ.  όπως ο κορμός Arundel (Ashmolean Museum, Οξφόρδη), ο κορμός cordier (Μούσειο Λοβρου) και τους κορμούς αθλητών από τη Δήλο, που αποδίδονται σε παριανά εργαστήρια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Μουσείο της Πάρου εκτίθενται ο άνω κορμός αρχαϊκού κούρου και ο άνω κορμός αρχαϊκής κόρης  καθώς και τμήμα αγάλματος Νίκης του 450 π.χ. τα οποία βρέθηκαν στην Αντίπαρο, αλλά πιθανότατα προέρχονται από το Δεσποτικό.

Έως τώρα έχουν καταγραφεί πάνω από εικοσιπέντε ολόκληρες βάσεις, οι οποίες βρέθηκαν, όπως και τα πιο πολλά γλυπτά, εντοιχισμένες στα μεταγενέστερα κτίσματα.

Στο μικρό νησί του Δεσποτικού, το οποίο βρίσκεται σε καίρια θέση μιας πολυσύχναστης θαλάσσιας οδού, μεταξύ σημαντικών νησιών  της αρχαιότητας, ήκμασε ένα ιερό με μεγάλη ακτινοβολία που συγκέντρωνε πιστούς απ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Η λατρεία του Απόλλωνα, θεού του φωτός και της μουσικής, συμβόλου του λυρισμού και της αρμονίας  ήταν μία από τις κυριότερες λατρείες στις Κυκλάδες. Σύμφωνα με την παράδοση, στις Κυκλάδες υπήρχαν 22 ιερά αφιερωμένα στον θεό Απόλλωνα. Ένα από αυτά ήταν και το ιερό του Δεσποτικού. Τα ποικίλα εισηγμένα αντικείμενα αποδεικνύουν τις σχέσεις του ιερού με τα σημαντικότερα κέντρα της αρχαϊκής εποχής.

Ωστόσο, αυτό το τόσο σημαντικό ιερό δεν αναγράφεται στις γνωστές αρχαίες γραπτές πηγές και ως εκ τούτου προκύπτουν πολλά ερωτήματα, κυρίως για την καταστροφή του. Ένδειξη για τα αίτια αυτής αποτελεί η πρακτική της επαναχρησιμοποίησης των σημαντικών, αλλά και ακριβής κατασκευής αρχαϊκών αναθημάτων σε κτίρια του ιερού, μόλις λίγα χρόνια μετά την ανάθεσή τους. Η σύντομη διάρκεια ζωής τους υποδηλώνει βίαιη και φυσικά σκόπιμη καταστροφή. Πιθανολογούμε ότι εξαιτίας της διένεξης της Πάρου με την Αθήνα στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., με αφορμή τον μηδισμό των Παρίων, οι Αθηναίοι προκαλούν καταστροφές και στο παριανό ιερό στο Δεσποτικό, ίσως πριν ή μετά την  επιδρομή του Μιλτιάδη στην Πάρο το 490/489 π.Χ. Παρόλο που δεν υπάρχει καμία γραπτή μαρτυρία για ένα τέτοιο γεγονός, προς το παρόν δεν υπάρχει καμία άλλη πιθανή εξήγηση.

Το Δεσποτικό  παρουσιάζει ένα μοναδικό πλεονέκτημα που στερούνται οι περισσότεροι αρχαιολογικοί χώροι στα νησιά, αφού δεν βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με ένα σύγχρονο οικιστικό πυρήνα και το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον διατηρούνται σχεδόν ανέπαφα. Πρωταρχικός στόχος μας είναι το έργο της αναστήλωσης, της προστασίας και της ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου που θα υποστηρίξει νέες μορφές ποιοτικού τουρισμού με σημαντικά οφέλη για την τοπική κοινωνία της Πάρου και της Αντιπάρου.